Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αίγυπτος και το Ισραήλ απορρίπτουν το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, γιατί η ελληνική αντιπολίτευση επιλέγει να στρέψει τα πυρά της κατά της Αθήνας;
Μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα ισχυρό διπλωματικό μέτωπο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αίγυπτος και το Ισραήλ εξέφρασαν την αντίθεσή τους στις νέες κινήσεις της λιβυκής πλευράς, αμφισβητώντας τη νομιμότητα και τη συμβατότητα του μνημονίου με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Κι όμως, την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Ελλάδας, η πολιτική συζήτηση πήρε διαφορετική κατεύθυνση. Αντί το επίκεντρο να είναι η νομική και διπλωματική αντιμετώπιση των τουρκικών διεκδικήσεων, η κυβέρνηση βρέθηκε στο στόχαστρο της αντιπολίτευσης, με χαρακτηρισμούς περί αποτυχίας της ελληνικής διπλωματίας.
Είναι πράγματι τόσο απλή η εικόνα; Ή μήπως η πολιτική αντιπαράθεση επισκιάζει τα πραγματικά δεδομένα;
Η Ελλάδα δεν είναι μόνη
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά διπλωματικά και στρατηγικά ερείσματα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, οι σχέσεις με την Αίγυπτο και η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με το Κάιρο συνθέτουν ένα πλέγμα συνεργασιών με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.
Παράλληλα, η συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας–Αιγύπτου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη λογική της αυθαίρετης χάραξης που επιχειρεί να επιβάλει το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο. Η ελληνική πλευρά έχει, επίσης, προχωρήσει σε συμφωνίες για έρευνες υδρογονανθράκων, με τη συμμετοχή μεγάλων διεθνών ενεργειακών ομίλων, ενισχύοντας το ενδιαφέρον ισχυρών οικονομικών παραγόντων για την περιοχή.
Η συμφωνία με την αμερικανική Chevron για έρευνες υδρογονανθράκων αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο της ενεργειακής διάστασης της ελληνικής πολιτικής. Δεν συνιστά, βέβαια, από μόνη της εγγύηση επίλυσης των διαφορών, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων.











