Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία κατά τις οποίες ένα έθνος βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη επιλογή: αποδέχεται έναν επώδυνο συμβιβασμό για να πετύχει έναν μεγάλο στρατηγικό στόχο ή απορρίπτει τον συμβιβασμό, προσδοκώντας μια καλύτερη λύση στο μέλλον. Το καλοκαίρι του 1964 η Ελλάδα και η Κύπρος βρέθηκαν ακριβώς μπροστά σε αυτό το δίλημμα. Και, εκ των υστέρων, η απόφαση του Αυγούστου εκείνου του έτους μοιάζει με μία από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Το καλοκαίρι του 1964 ήταν εκρηκτικό για την Κύπρο.
Στις 5 Ιουνίου, ο Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού την περίφημη αυστηρή επιστολή του, με την οποία κατέστησε σαφές ότι η Άγκυρα δεν μπορούσε να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική υποστήριξη σε περίπτωση τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο. Η τουρκική εισβολή αποτράπηκε.
Ακολούθησε η επίσκεψη του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου στην Ουάσιγκτον. Εκεί τέθηκαν οι βάσεις για την έναρξη των συνομιλιών της Γενεύης, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με ουσιαστικό διαπραγματευτή τον Αμερικανό διπλωμάτη Ντιν Άτσεσον.
Όμως στην ίδια την Κύπρο η κατάσταση παρέμενε πολεμική. Οι συγκρούσεις στην περιοχή της Μανσούρας κλιμακώθηκαν και οδήγησαν στον τουρκικό βομβαρδισμό της Τηλλυρίας, από τις 4 έως τις 8 Αυγούστου 1964. Η απειλή μιας γενικευμένης τουρκικής επέμβασης παρέμενε απολύτως πραγματική.
Και τότε ήρθε η πρόταση που έμελλε να γίνει γνωστή ως Σχέδιο Άτσεσον.
Στις 20 Αυγούστου 1964, οι προτάσεις υποβλήθηκαν επισήμως στην ελληνική κυβέρνηση.
Η ουσία του Σχεδίου
Η ουσία του σχεδίου ήταν μία λέξη που σήμερα συχνά παραλείπεται από τη συζήτηση:
Ένωση.
Το σχέδιο προέβλεπε άμεση Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με πλήρη άσκηση της ελληνικής κυριαρχίας, ελληνική κυβέρνηση, ελληνική νομοθεσία και ελληνική διοίκηση.
Η Τουρκία δεν αποκτούσε κυριαρχία στην Κύπρο.
Προβλεπόταν η εκμίσθωση στην Τουρκία στρατιωτικής βάσης στην Καρπασία για πενήντα χρόνια, σε έκταση που δεν θα υπερέβαινε το 4,5% της συνολικής έκτασης της Κύπρου. Η κυριαρχία, όμως, θα παρέμενε ελληνική. Τα σημαντικότερα χωριά της Καρπασίας και το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα θα εξαιρούνταν από την περιοχή της βάσης.
Παράλληλα, προβλεπόταν ένα εκτεταμένο πλαίσιο προστασίας των Τουρκοκυπρίων: μειονοτικό καθεστώς αντίστοιχο με εκείνο της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, δυνατότητα διορισμού Τούρκων επάρχων σε δύο επαρχίες, ειδικός σύμβουλος για τις μουσουλμανικές υποθέσεις και μόνιμος εκπρόσωπος του ΟΗΕ στην Κύπρο για την εποπτεία της εφαρμογής των συμφωνιών.
Το σχέδιο προέβλεπε ακόμη ελληνοτουρκικό κοινό αμυντικό όργανο, με αμερικανική συμμετοχή, το οποίο θα επεκτεινόταν και στην πολιτική και τουριστική συνεργασία.
Και υπήρχε μια ακόμη πρόνοια εξαιρετικής σημασίας για τον Ελληνισμό: η Τουρκία θα αναλάμβανε την υποχρέωση να δεχθεί τους απελαθέντες Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και να αναγνωρίσει γι' αυτούς το προβλεπόμενο μειονοτικό καθεστώς, ενώ θα δεσμευόταν να σεβαστεί τις διεθνείς υποχρεώσεις της για την Ίμβρο και την Τένεδο.
Επομένως, το Σχέδιο Άτσεσον δεν ήταν απλώς μια πρόταση για την Κύπρο. Ήταν μια προσπάθεια συνολικής ελληνοτουρκικής διευθέτησης.