Η επανεκκίνηση των τεχνικών συνομιλιών Ελλάδας–Αιγύπτου μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια ιστορική εξέλιξη στα ανατολικά όρια της ελληνικής ΑΟΖ. Γιατί, όμως, ένα τόσο κρίσιμο εθνικό ζήτημα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης;
Από χθες το βράδυ, σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδονται, οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου έδωσαν εντολή στα επιτελεία τους να οργανώσουν την άμεση έναρξη τεχνικών συζητήσεων για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών των δύο χωρών.
Πρόκειται για μια εξέλιξη με δυνητικά ιστορική σημασία. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο χάρτης που θα μπορούσε να αποτυπώσει έμπρακτα την επήρεια του Καστελόριζου στην οριοθέτηση ΑΟΖ, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας στο ανατολικότερο άκρο της Μεσογείου.
Για δεκαετίες, η αναγνώριση της επήρειας του συμπλέγματος του Καστελόριζου αποτελεί στρατηγικό στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και σημείο έντονης αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Και υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη διατύπωση των ελληνικών θέσεων και στην επίτευξη μιας διμερούς συμφωνίας που θα τις ενσωματώνει σε συγκεκριμένη οριοθέτηση.
Η Αίγυπτος, η πολυπληθέστερη αραβική χώρα και σημαντικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια.
Εφόσον οι συνομιλίες καταλήξουν σε συμφωνία, η Ελλάδα θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά τη θέση της στην περιοχή ανατολικά της Ρόδου, με προοπτική να συμπεριληφθεί το Καστελόριζο σε μια ευρύτερη διαδικασία οριοθέτησης. Η χάραξη, βεβαίως, δεν είναι δεδομένη: θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις και τους όρους που θα αποδεχθούν οι δύο πλευρές.
Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να δημιουργήσει ευνοϊκότερες προϋποθέσεις και για το επόμενο μεγάλο ζητούμενο: την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.
Άλλοι με τη Λιβύη, άλλοι με την Αίγυπτο
Η συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία μετά την κύρωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Αίγυπτο και το Ισραήλ.
Την ώρα που οι σύμμαχοι και οι εταίροι της Ελλάδας εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους απέναντι στις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις, η Αθήνα επιχειρεί να ενισχύσει τη δική της θέση μέσα από τη διπλωματία και τις διμερείς συμφωνίες.
Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό: ποια στρατηγική εξυπηρετεί αποτελεσματικότερα τα ελληνικά συμφέροντα; Η ενίσχυση των σχέσεων με χώρες που μπορούν να συμβάλουν στην κατοχύρωση των ελληνικών θέσεων ή η προσκόλληση σε μια αντιπαράθεση που δεν παράγει απτά αποτελέσματα;
Ο καθένας επιλέγει τις συμμαχίες και τα επιχειρήματά του. Οι συνέπειες, όμως, κρίνονται στο πεδίο της διπλωματίας.
Πού βρίσκεται η αντιπολίτευση;
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ακόμη ζήτημα που αξίζει να τεθεί ανοιχτά.
Θα περίμενε κανείς από τα κόμματα της αντιπολίτευσης να τοποθετηθούν με σαφήνεια για τις εξελίξεις, αναγνωρίζοντας τη σημασία της επανέναρξης των συνομιλιών και ζητώντας ταυτόχρονα ενημέρωση για τους στόχους, τα χρονοδιαγράμματα και τις προοπτικές τους.
Μια υπεύθυνη πολιτική ανακοίνωση θα μπορούσε να επισημαίνει ότι οι αντιδράσεις της ΕΕ, της Αιγύπτου και του Ισραήλ απέναντι στο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο αποτελούν θετική εξέλιξη για τις ελληνικές θέσεις. Παράλληλα, θα μπορούσε να χαιρετίζει την επανέναρξη των τεχνικών συζητήσεων με την Αίγυπτο, υπογραμμίζοντας ότι ζητούμενο είναι μια συμφωνία που θα κατοχυρώνει με σαφήνεια τα ελληνικά δικαιώματα και θα δημιουργεί προοπτικές για περαιτέρω οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή.
Και, φυσικά, να δεσμεύεται ότι θα ασκήσει τον αναγκαίο κοινοβουλευτικό έλεγχο, ώστε η διαπραγμάτευση να προχωρήσει με διαφάνεια και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Είδαμε, όμως, κάποια αντίστοιχη τοποθέτηση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ή από μεμονωμένους πολιτικούς;
Αντί να επικεντρωθούν στις πραγματικές προοπτικές και στους κινδύνους των διαπραγματεύσεων, αρκετές πολιτικές αντιδράσεις εξαντλούνται στην καταγγελία της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής. Η κριτική στην κυβέρνηση είναι θεμιτή και αναγκαία σε μια δημοκρατία. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαθιστά την αξιολόγηση των εξελίξεων με βάση το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά τους.
Σε ένα τόσο κρίσιμο εθνικό θέμα, η αντιπολίτευση οφείλει να διακρίνει την κομματική αντιπαράθεση από την ανάγκη διαμόρφωσης μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου