Υπάρχουν κυβερνητικές αποφάσεις που κρίνονται στα λόγια. Και υπάρχουν εκείνες που κρίνονται στα ταμεία των επιχειρήσεων.
Η ταχεία θεώρηση εισόδου για Τούρκους πολίτες στα ελληνικά νησιά ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Από τον Απρίλιο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2026, περισσότεροι από 1,6 εκατομμύρια Τούρκοι επισκέπτες πέρασαν στα νησιά. Σύμφωνα με εκτίμηση του Türkiye Today, η τουριστική τους δαπάνη έφτασε τα 835,2 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με τα τέλη της θεώρησης το συνολικό ποσό ξεπερνά το 1 δισ. δολάρια.
Δεν είναι επίσημος ελληνικός απολογισμός και η εκτίμηση έχει τις μεθοδολογικές της επιφυλάξεις. Η τάξη μεγέθους όμως είναι αδύνατο να αγνοηθεί.
Το σημαντικότερο: η κίνηση συνεχίζεται. Από 211.287 επισκέπτες το 2022 και 413.939 το 2023, φτάσαμε στους 654.910 το 2024 και 642.179 το 2025. Στο πρώτο επτάμηνο του 2026 καταγράφηκαν ήδη 403.333, αυξημένοι κατά 22,8% σε σχέση με πέρυσι.
Αυτό σημαίνει δουλειά για ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφέ, ταξί, καταστήματα και τουριστικές επιχειρήσεις.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της απόφασης: δεν χρειάστηκε να δημιουργηθεί μια νέα αγορά. Υπήρχε απέναντι. Απλώς έγινε ευκολότερο να έρθει στην Ελλάδα.
Η γεωγραφία έκανε τα υπόλοιπα. Μπόντρουμ–Κως σε περίπου μισή ώρα, Μαρμαρίδα–Ρόδος περίπου μία ώρα, Τσεσμές–Χίος, Κουσάντασι–Σάμος, Κας–Καστελλόριζο.
Η τουρκική αγορά είναι ουσιαστικά η πιο κοντινή διεθνής αγορά των νησιών.
Και το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτό συνέβη παρά τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Οι κυβερνήσεις μπορεί να διαφωνούν, αλλά ο τουρίστας απέναντι ενδιαφέρεται πρωτίστως για το κόστος, την πρόσβαση και την εμπειρία.
Η οικονομία δεν κάνει γεωπολιτική. Κάνει συναλλαγές.
Βεβαίως, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη συγκεκριμένη θεώρηση όλη η αύξηση του τουρισμού. Η τάση είχε ξεκινήσει νωρίτερα και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.
Όμως ένα πράγμα είναι πλέον δύσκολο να αμφισβητηθεί:
Η απόφαση λειτούργησε ως επιταχυντής.
Το πολιτικό συμπέρασμα
Και εδώ βρίσκεται το καθαρό πολιτικό συμπέρασμα: μια κυβέρνηση κρίνεται και από την ικανότητά της να μετατρέπει τα πλεονεκτήματα της χώρας σε πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Στην περίπτωση αυτή, το πλεονέκτημα ήταν προφανές: τα ελληνικά νησιά βρίσκονται λίγα μίλια από μια τεράστια αγορά. Η απόφαση ήταν συγκεκριμένη: λιγότερη γραφειοκρατία και ελεγχόμενη πρόσβαση. Το αποτέλεσμα είναι επίσης συγκεκριμένο: εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον επισκέπτες και σημαντική τουριστική δαπάνη.
Αυτό είναι κυβερνητική πολιτική που μπορεί να μετρηθεί στην πράξη και όχι στα λόγια.
Η πρόκληση πλέον είναι αν αυτή η πολιτική θα συνεχιστεί, θα βελτιωθεί και θα αξιοποιήσει ακόμη περισσότερο το συγκριτικό πλεονέκτημα των νησιών.
Γιατί η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να συνεχίζεται επ' άπειρον.
Η οικονομία, όμως, έχει ήδη δώσει τη δική της απάντηση: όταν ανοίγει μια πόρτα που οδηγεί από την απέναντι ακτή στα ελληνικά νησιά, ο κόσμος περνάει — και μαζί του περνούν και τα χρήματα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου