Ένα ισραηλινό χτύπημα στην καρδιά της τουρκικής στρατηγικής στη Συρία
Ο βομβαρδισμός της αεροπορικής βάσης Abu al-Duhur στη βορειοδυτική Συρία δεν ήταν ένα ακόμη επεισόδιο στον ατέλειωτο πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Ήταν ένα μήνυμα. Και το μήνυμα είχε έναν βασικό αποδέκτη: την Άγκυρα.
Στις 18 Αυγούστου, ισραηλινά αεροσκάφη πραγματοποίησαν οκτώ πλήγματα στην αεροπορική βάση, καταστρέφοντας τμήματα του διαδρόμου και εγκαταστάσεων. Δεν υπήρξαν αναφορές για απώλειες. Η ισραηλινή πλευρά υποστήριξε ότι η επίθεση έγινε επειδή η Συρία βρισκόταν στα πρόθυρα παραβίασης του συμφωνημένου καθεστώτος ασφαλείας, επιτρέποντας τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη στη βάση.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον.
Για το Ισραήλ, η παρουσία της Τουρκίας στη Συρία δεν είναι απλώς ένα ακόμη γεωπολιτικό γεγονός. Είναι δυνητικά αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού.
Ισραηλινές πηγές υποστηρίζουν ότι υπήρχαν πληροφορίες για ανάπτυξη τουρκικού προσωπικού, ραντάρ και συστημάτων αεράμυνας στην Abu al-Duhur. Η Jerusalem Post μετέδωσε ότι ισραηλινές πηγές μιλούσαν για τουρκικό σχέδιο εγκατάστασης ραντάρ και αντιαεροπορικού συστήματος, επανδρωμένου από τουρκικές δυνάμεις.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε.
Η Άγκυρα επιχειρεί να αλλάξει το παιχνίδι
Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα στρατηγικό πρόβλημα: θέλει να παραμείνει μεγάλη στρατιωτική δύναμη, να επεκτείνει την επιρροή της στη Συρία και ταυτόχρονα να επιστρέψει στο αμερικανικό πρόγραμμα των F-35.
Όμως τα δύο πράγματα συγκρούονται.
Η αγορά των ρωσικών S-400 ήταν αυτή που οδήγησε στην αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 και στην επιβολή κυρώσεων CAATSA. Το πρόβλημα παραμένει και σήμερα. Η αμερικανική νομοθεσία εξακολουθεί να συνδέει την επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 με την επίλυση του ζητήματος των S-400.
Και εδώ βρίσκεται η τουρκική «πονηριά», εάν πράγματι εξεταζόταν ένα τέτοιο σενάριο.
Η Άγκυρα θα μπορούσε θεωρητικά να επιχειρήσει να απομακρύνει τους S-400 από την τουρκική επικράτεια χωρίς να τους εγκαταλείψει. Η μεταφορά τους σε τρίτη χώρα ή σε συμμαχικό έδαφος θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως συμβιβασμός προς την Ουάσιγκτον.
Δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, δημόσια επιβεβαίωση ότι οι S-400 επρόκειτο πράγματι να μεταφερθούν στην Abu al-Duhur. Υπάρχουν όμως αναφορές ότι η Τουρκία εξετάζει τρόπους απομάκρυνσης του ρωσικού συστήματος από το έδαφός της στο πλαίσιο της προσπάθειας επιστροφής στα F-35.
Και αυτό αρκεί για να εξηγήσει γιατί το ζήτημα είναι τόσο εκρηκτικό.
Το Ισραήλ δεν θέλει τουρκική αεράμυνα στη Συρία
Το Ισραήλ έχει πλέον χαράξει μία πολύ καθαρή κόκκινη γραμμή: δεν επιθυμεί τουρκική στρατιωτική υποδομή στη Συρία που θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία δράσης της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας.
Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική διαφωνία με τον Ερντογάν.
Ένα τουρκικό ραντάρ μεγάλης εμβέλειας, ένα αντιαεροπορικό σύστημα ή μια μόνιμη τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση στη βόρεια Συρία θα δημιουργούσαν ένα νέο επιχειρησιακό περιβάλλον για την ισραηλινή αεροπορία.
Και το Ισραήλ έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι, όταν θεωρεί πως μία απειλή βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της δημιουργίας της, προτιμά να την αντιμετωπίζει πριν καταστεί επιχειρησιακή.
Αυτό ακριβώς είναι το νόημα της προληπτικής στρατηγικής.
Δεν περιμένεις να εγκατασταθεί το ραντάρ.
Δεν περιμένεις να μεταφερθεί η συστοιχία.
Δεν περιμένεις να αρχίσει να λειτουργεί.
Χτυπάς την υποδομή πριν δημιουργηθεί το τετελεσμένο.
Και στη μέση βρίσκονται τα F-35
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή συμπίπτει με τη νέα προσπάθεια της Τουρκίας να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε τον Ιούλιο ότι οι ΗΠΑ θα εξετάσουν την πώληση F-35 στην Τουρκία και ότι προτίθεται να άρει τις κυρώσεις CAATSA.
Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν έχει λύσει το βασικό πρόβλημα. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ξεκαθάρισε στις 22 Ιουλίου ότι η Τουρκία δεν πληροί ακόμη τις νομικές προϋποθέσεις για την απόκτηση F-35.
Με άλλα λόγια, η Άγκυρα βρίσκεται κοντά στην πόρτα, αλλά η πόρτα δεν έχει ανοίξει.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η στρατηγική διάσταση του Abu al-Duhur.
Εάν η Τουρκία αποκτούσε ξανά F-35, ενώ ταυτόχρονα εγκαθιστούσε προηγμένη αεράμυνα και ραντάρ στη Συρία, η εικόνα για το Ισραήλ θα γινόταν εξαιρετικά δυσάρεστη.
Θα είχε απέναντί του μία Τουρκία με πολύ ισχυρότερη αεροπορική δυνατότητα και ταυτόχρονα με δυνατότητα δημιουργίας αντιαεροπορικού πλέγματος στη Συρία.
Αυτό το ενδεχόμενο η Ιερουσαλήμ δεν φαίνεται διατεθειμένη να το επιτρέψει.
Ένα χτύπημα, δύο μηνύματα
Το ισραηλινό πλήγμα λοιπόν μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα.
Πρώτον, μήνυμα προς τη Δαμασκό και την Άγκυρα: η Συρία δεν μπορεί να μετατραπεί σε χώρο ανάπτυξης τουρκικών στρατιωτικών υποδομών που θα απειλούν την ισραηλινή ελευθερία δράσης.
Δεύτερον, μήνυμα προς την Ουάσιγκτον: η Ιερουσαλήμ δεν πρόκειται να δεχθεί αδιαμαρτύρητα μία εξέλιξη που θα ενίσχυε δραματικά την Τουρκία.
Το μήνυμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ο Τραμπ έχει ήδη δείξει ότι βλέπει θετικά την επαναπροσέγγιση με τον Ερντογάν.
Το Ισραήλ, όμως, δεν έχει κανέναν λόγο να περιμένει μέχρι να ολοκληρωθούν οι αμερικανοτουρκικές διαπραγματεύσεις.
Ούτε έχει λόγο να θεωρεί δεδομένο ότι τα αμερικανικά συμφέροντα θα ταυτίζονται πάντοτε με τα ισραηλινά.
Ο Τραμπ και το επικίνδυνο παζάρι
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της υπόθεσης.
Η Ουάσιγκτον θέλει την Τουρκία μέσα στο δυτικό στρατόπεδο. Θέλει να μειώσει τη ρωσική επιρροή πάνω της, να αποκαταστήσει την αμυντική συνεργασία και να κρατήσει την Άγκυρα συνδεδεμένη με το ΝΑΤΟ.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, θέλει τα πάντα: F-35, αμυντική βιομηχανία, ισχυρό ρόλο στη Συρία και διατήρηση της γεωπολιτικής αυτονομίας της.
Το πρόβλημα είναι ότι το Ισραήλ βλέπει αυτή την εξίσωση από εντελώς διαφορετική γωνία.
Για την Ιερουσαλήμ, η Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι απλώς ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Είναι μία περιφερειακή δύναμη που διεκδικεί επιρροή από τη Συρία μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο και η οποία έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επιθετική ρητορική έναντι του Ισραήλ.
Γι' αυτό και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή του στην προοπτική τουρκικής απόκτησης F-35.
Και η Ελλάδα;
Εδώ βρίσκεται η ελληνική διάσταση.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει αδιάφορα το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.
Το 2019 η Άγκυρα είχε σχεδιάσει την απόκτηση δεκάδων F-35. Η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα άλλαζε αναμφίβολα τα δεδομένα της ελληνοτουρκικής αεροπορικής ισορροπίας.
Γι' αυτό κάθε εξέλιξη που δυσκολεύει την τουρκική επιστροφή στα F-35 έχει αντικειμενικά θετική διάσταση για την ελληνική αποτρεπτική ικανότητα — ακόμη και αν δεν αποτελεί ελληνική επιλογή ή ελληνική πολιτική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να περιμένει να λύσουν οι άλλοι τα δικά μας προβλήματα.
Σημαίνει ότι πρέπει να κατανοεί ποιος, πού και γιατί μετακινεί τα πιόνια.
Και κάπου εδώ αρχίζει η ελληνική αυτοϋπονόμευση
Το πλέον παράδοξο είναι ότι ενώ το Ισραήλ υπερασπίζεται με απόλυτη αποφασιστικότητα τις δικές του κόκκινες γραμμές, στην Ελλάδα συχνά παρακολουθούμε φαινόμενα που στρέφονται εναντίον των ίδιων των εθνικών μας συμφερόντων.
Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να επιτρέπει την ειρηνική διαμαρτυρία.
Δεν έχει, όμως, κανέναν λόγο να ανέχεται εκφοβισμούς, προπηλακισμούς ή στοχοποίηση τουριστών οποιασδήποτε εθνικότητας.
Ιδιαίτερα όταν μιλάμε για Ισραηλινούς τουρίστες, οι οποίοι επισκέπτονται την Ελλάδα ως επισκέπτες και καταναλωτές, η εικόνα οργανωμένων ομάδων που επιχειρούν να τους εκφοβίσουν ή να τους απομακρύνουν από ελληνικούς προορισμούς δεν αποτελεί «διεθνιστική αλληλεγγύη».
Είναι αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.
Και η κυβέρνηση οφείλει να το καταστήσει απολύτως σαφές: διαμαρτυρία ναι, τραμπουκισμός όχι.
Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με την ισραηλινή πολιτική για να καταλάβει ότι η Ελλάδα έχει συμφέρον να παραμένει ασφαλής, ανοικτή και φιλόξενη χώρα.
Το μάθημα από την Ιερουσαλήμ
Το σημαντικότερο δίδαγμα από την Abu al-Duhur δεν είναι αν τελικά υπήρχαν ή όχι S-400 στη συγκεκριμένη εξίσωση.
Αυτό μένει να αποδειχθεί.
Το πραγματικό δίδαγμα είναι άλλο:
Το Ισραήλ δεν περιμένει να δημιουργηθεί μία απειλή για να διαπιστώσει εκ των υστέρων ότι υπήρχε.
Αντιδρά όταν βλέπει την υποδομή, τη δυνατότητα και την πρόθεση να συγκλίνουν προς μία εξέλιξη που θεωρεί επικίνδυνη.
Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τη συγκεκριμένη ισραηλινή επιλογή. Μπορεί να θεωρεί υπερβολική την επίθεση. Άλλωστε, ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ την χαρακτήρισε «περιττή κλιμάκωση» και αμφισβήτησε την ισραηλινή εκτίμηση για την τουρκική ανάπτυξη.
Όμως ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο:
Η Ιερουσαλήμ δεν αφήνει τον αντίπαλο να ολοκληρώσει το σχέδιό του και μετά να αναρωτιέται τι πήγε στραβά.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα για την Ελλάδα.
Σε μία περιοχή όπου η Τουρκία επιχειρεί διαρκώς να δημιουργεί νέα τετελεσμένα, η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται στην ελπίδα ότι «κάποιος άλλος θα τους σταματήσει».
Σήμερα μπορεί να είναι το Ισραήλ.
Αύριο μπορεί να είναι κάποιος άλλος.
Αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να σχεδιάζει την ασφάλειά της περιμένοντας πάντα να τραβήξει κάποιος άλλος τη σκανδάλη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου