Τα όσα διαδραματίζονται το τελευταίο διάστημα σε ελληνικά λιμάνια ξεπερνούν τα όρια μιας ειρηνικής διαμαρτυρίας και θέτουν ένα θεμελιώδες ζήτημα: την εφαρμογή του κράτους δικαίου απέναντι σε όσους επιχειρούν να παρεμποδίσουν τη λειτουργία κρίσιμων εθνικών υποδομών ή να στοχοποιήσουν ανθρώπους λόγω της εθνικής ή θρησκευτικής τους ταυτότητας.
Με πρόσχημα την πολιτική διαμαρτυρία και την αλληλεγγύη, ομάδες διαδηλωτών επιχειρούν να μετατρέψουν λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Σύρου, του Ηρακλείου, της Σητείας και άλλων περιοχών σε χώρους έντασης και αντιπαράθεσης. Όταν όμως η διαμαρτυρία καταλήγει σε παρεμπόδιση της ομαλής λειτουργίας των λιμανιών, σε παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας, σε προπηλακισμούς ή σε στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της εθνικής ή θρησκευτικής τους ταυτότητας, τότε δεν μιλάμε πλέον απλώς για άσκηση ενός δημοκρατικού δικαιώματος.
Η ελευθερία της έκφρασης και της διαμαρτυρίας είναι θεμελιώδη δικαιώματα. Δεν αποτελούν, όμως, λευκή επιταγή για παραβίαση του νόμου, εκφοβισμό, ρατσιστική στοχοποίηση ή παρεμπόδιση της λειτουργίας κρίσιμων υποδομών.
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το ζήτημα της αντισημιτικής και ρατσιστικής ρητορικής. Η καταδίκη του αντισημιτισμού δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Η στοχοποίηση Εβραίων, Ισραηλινών ή οποιουδήποτε ανθρώπου λόγω της εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής του ταυτότητας πρέπει να αντιμετωπίζεται με τα ίδια ακριβώς μέτρα που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία για κάθε άλλη μορφή ρατσιστικής συμπεριφοράς.
Η Πολιτεία και οι αρμόδιες αρχές έχουν υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως και με τη δέουσα σοβαρότητα περιστατικά που ενδέχεται να εμπίπτουν στις διατάξεις του αντιρατσιστικού νόμου, ιδίως όταν δημόσιες εκδηλώσεις ή συνθήματα περιλαμβάνουν υποκίνηση μίσους, βίας ή διακρίσεων σε βάρος προσώπων ή ομάδων λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής ή θρησκείας.
Ο αντισημιτισμός είναι ρατσισμός και μίσος. Δεν μετατρέπεται σε «πολιτική άποψη» επειδή εμφανίζεται μέσα σε μια διαδήλωση ή συνοδεύεται από πολιτικά συνθήματα.
Βεβαίως, η διαπίστωση εάν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστά ποινικά κολάσιμη πράξη ανήκει στις αρμόδιες διωκτικές και δικαστικές αρχές. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί την αδράνεια. Όταν υπάρχουν ενδείξεις παραβίασης της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, η Πολιτεία οφείλει να ερευνά και, όπου στοιχειοθετείται αδίκημα, να εφαρμόζει τον νόμο.
Το ίδιο ισχύει και για κάθε απόπειρα να πληγεί η λειτουργία του ελληνικού τουρισμού. Τα λιμάνια δεν είναι χώροι όπου μπορεί ο καθένας να επιβάλλει τη δική του «νομιμότητα». Είναι κρίσιμες υποδομές της χώρας, συνδεδεμένες με τις θαλάσσιες μεταφορές, την οικονομία, τον τουρισμό και την εφοδιαστική αλυσίδα της Ανατολικής Μεσογείου.
Η εικόνα μιας χώρας που αδυνατεί να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία των λιμανιών της έχει προφανείς οικονομικές και διεθνείς συνέπειες. Πλήττει την εμπιστοσύνη, δημιουργεί ανασφάλεια σε επισκέπτες και επιχειρήσεις και υπονομεύει την εικόνα της Ελλάδας ως ασφαλούς και οργανωμένου ευρωπαϊκού κράτους.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: Πόσο μπορεί να διαρκεί η ανοχή απέναντι σε οργανωμένες ομάδες που, στο όνομα μιας πολιτικής ή ιδεολογικής θέσης, θεωρούν ότι μπορούν να λειτουργούν έξω από τους κανόνες που ισχύουν για όλους;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αδράνεια.
Η Αστυνομία οφείλει να εφαρμόζει τον νόμο. Η Δικαιοσύνη οφείλει να εξετάζει κάθε καταγγελλόμενη παρανομία με ταχύτητα και ανεξαρτησία. Και η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τις κρίσιμες υποδομές και να διασφαλίζει ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Το ίδιο αυτονόητη είναι η υποχρέωση των αρχών απέναντι στον αντισημιτισμό και σε κάθε μορφή ρατσιστικού μίσους. Δεν μπορεί η Πολιτεία να είναι αυστηρή απέναντι σε μία μορφή ρατσισμού και ανεκτική απέναντι σε μια άλλη. Ο αντιρατσιστικός νόμος πρέπει να εφαρμόζεται καθολικά, χωρίς πολιτικές εκπτώσεις και χωρίς ιδεολογικές εξαιρέσεις.
Αυτό δεν είναι καταστολή της δημοκρατικής διαμαρτυρίας. Είναι προϋπόθεση για να παραμένει η διαμαρτυρία δημοκρατική.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδέχεται ούτε τη βία, ούτε τον εκφοβισμό, ούτε τη ρητορική μίσους, ούτε την αντισημιτική στοχοποίηση, ούτε την αυθαίρετη παρεμπόδιση της λειτουργίας των λιμανιών της. Η δημοκρατία δεν μετριέται από την ανοχή της στην παρανομία. Μετριέται από την ικανότητά της να προστατεύει τα δικαιώματα όλων, εφαρμόζοντας τους ίδιους κανόνες για όλους.
Το «ποτέ ξανά» δεν μπορεί να είναι σύνθημα. Πρέπει να είναι έμπρακτη δέσμευση ότι η Ελλάδα δεν θα επιτρέψει σε οργανωμένες μειοψηφίες να υποκαθιστούν το κράτος δικαίου.
Τα λιμάνια της Ελλάδας ανήκουν στους πολίτες, στη νόμιμη ναυσιπλοΐα, στην οικονομία και στη διεθνή οικονομική δραστηριότητα. Δεν ανήκουν σε κανέναν που θεωρεί ότι το θράσος, η απειλή, ο ρατσισμός ή η οργανωμένη αυθαιρεσία μπορούν να υποκαταστήσουν τον νόμο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου